Λεξιλόγιο
Μάθετε Ρήματα – Ταϊλανδεζικά
กอด
แม่กอดเท้าเด็ก
kxd
mæ̀ kxd thêā dĕk
αγκαλιάζω
Η μητέρα αγκαλιάζει τα μικρά πόδια του μωρού.
วิ่งหนี
ลูกชายของเราต้องการวิ่งหนีจากบ้าน
wìng h̄nī
lūkchāy k̄hxng reā t̂xngkār wìng h̄nī cāk b̂ān
τρέχω μακριά
Ο γιος μας ήθελε να τρέξει μακριά από το σπίτι.
พิมพ์
การโฆษณาถูกพิมพ์ในหนังสือพิมพ์บ่อยครั้ง
phimph̒
kār ḳhos̄ʹṇā t̄hūk phimph̒ nı h̄nạngs̄ụ̄xphimph̒ b̀xy khrậng
δημοσιεύω
Συχνά δημοσιεύονται διαφημίσεις στις εφημερίδες.
ปลื้มใจ
ประตูทำให้แฟนบอลเยอรมันปลื้มใจ
plụ̄̂m cı
pratū thảh̄ı̂ fæn bxl yexrmạn plụ̄̂m cı
χαροποιώ
Το γκολ χαροποιεί τους Γερμανούς φιλάθλους του ποδοσφαίρου.
เรียก
เด็กชายเรียกดังที่สุดที่เขาสามารถ
reīyk
dĕkchāy reīyk dạng thī̀s̄ud thī̀ k̄heā s̄āmārt̄h
τηλεφωνώ
Ο αγόρι τηλεφωνεί όσο πιο δυνατά μπορεί.
นำเข้า
คนไม่ควรนำรองเท้าเข้ามาในบ้าน
nả k̄hêā
khn mị̀ khwr nả rxngthêā k̄hêā mā nı b̂ān
φέρνω
Δεν πρέπει να φέρνεις τις μπότες μέσα στο σπίτι.
ปฏิเสธ
เด็กน้อยปฏิเสธอาหารของมัน
pt̩is̄eṭh
dĕk n̂xy pt̩is̄eṭh xāh̄ār k̄hxng mạn
αρνούμαι
Το παιδί αρνείται το φαγητό του.
คิดถึง
ฉันจะคิดถึงคุณมาก!
Khidt̄hụng
c̄hạn ca khidt̄hụng khuṇ māk!
χάνω
Θα σε χάσω τόσο πολύ!
ปกคลุม
ดอกบัวปกคลุมน้ำ
pkkhlum
dxkbạw pkkhlum n̂ả
καλύπτω
Τα νυφάδια καλύπτουν το νερό.
ใช้
เด็กเล็กๆ ยังใช้แท็บเล็ต
chı̂
dĕk lĕk«yạng chı̂ thæ̆blĕt
χρησιμοποιώ
Ακόμα και μικρά παιδιά χρησιμοποιούν ταμπλέτες.
พูดเลว
เพื่อนร่วมชั้นพูดเลวเกี่ยวกับเธอ
phūd lew
pheụ̄̀xn r̀wm chận phūd lew keī̀yw kạb ṭhex
μιλώ κακά
Οι συμμαθητές της μιλούν κακά για εκείνη.