Λεξιλόγιο
Μάθετε Ρήματα – Εσθονικά
katma
Laps katab ennast.
καλύπτω
Το παιδί καλύπτει τον εαυτό του.
üürima
Ta üürib oma maja välja.
εκμισθώνω
Εκμισθώνει το σπίτι του.
saama
Ta saab vanaduses head pensioni.
λαμβάνω
Λαμβάνει καλή σύνταξη στη γηρατειά.
kuulama
Ta kuulab hea meelega oma raseda naise kõhtu.
ακούω
Του αρέσει να ακούει την κοιλιά της έγκυου γυναίκας του.
andestama
Ma annan talle võlad andeks.
συγχωρώ
Του συγχωρώ τα χρέη του.
algama
Kool algab lastele just praegu.
ξεκινώ
Η σχολείο μόλις ξεκινάει για τα παιδιά.
juhtima
Kõige kogenum matkaja juhib alati.
ηγούμαι
Ο πιο έμπειρος ορειβάτης πάντα ηγείται.
õpetama
Ta õpetab oma last ujuma.
διδάσκω
Διδάσκει το παιδί της να κολυμπά.
ära saatma
Ta tahab kirja kohe ära saata.
στέλνω
Θέλει να στείλει το γράμμα τώρα.
sisse magama
Nad soovivad lõpuks üheks ööks sisse magada.
κοιμάμαι
Θέλουν επιτέλους να κοιμηθούν για μία νύχτα.
läbi laskma
Kas pagulasi peaks piiril läbi laskma?
αφήνω
Πρέπει να αφήνονται οι πρόσφυγες στα σύνορα;