Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
ป่วย
ผู้หญิงที่ป่วย
p̀wy
p̄hū̂h̄ỵing thī̀ p̀wy
άρρωστος
η άρρωστη γυναίκα
วิเศษ
ดาวหางที่วิเศษ
wiṣ̄es̄ʹ
dāwh̄āng thī̀ wiṣ̄es̄ʹ
θαυμάσιος
ο θαυμάσιος κομήτης
อิจฉา
ผู้หญิงที่อิจฉา
xicc̄hā
p̄hū̂h̄ỵing thī̀ xicc̄hā
ζηλιάρης
η ζηλιάρα γυναίκα
มีค่า
เพชรที่มีค่า
mī kh̀ā
phechr thī̀ mī kh̀ā
ανεκτίμητος
ένας ανεκτίμητος διαμάντι
สีม่วง
ลาเวนเดอร์สีม่วง
s̄ī m̀wng
lāwendexr̒ s̄ī m̀wng
μωβ
μωβ λεβάντα
มืดมิด
ท้องฟ้าที่มืดมิด
mụ̄d mid
tĥxngf̂ā thī̀ mụ̄d mid
σκοτεινός
ένας σκοτεινός ουρανός
ไม่มีกำหนด
การเก็บรักษาที่ไม่มีกำหนด
Mị̀mī kảh̄nd
kār kĕb rạks̄ʹā thī̀ mị̀mī kảh̄nd
αόριστος
η αόριστη αποθήκευση
ใจดี
ข้อเสนอที่ใจดี
cıdī
k̄ĥx s̄enx thī̀ cıdī
φιλικός
μια φιλική προσφορά
เงียบ
การแนะนำอย่างเงียบ
ngeīyb
kār næanả xỳāng ngeīyb
ήσυχος
ένα ήσυχο σημείωμα
รวมอยู่ด้วย
หลอดดูดที่รวมอยู่ด้วย
rwm xyū̀ d̂wy
h̄lxd dūd thī̀ rwm xyū̀ d̂wy
συμπεριλαμβανόμενος
τα συμπεριλαμβανόμενα καλαμάκια
รุนแรง
แผ่นดินไหวที่รุนแรง
runræng
p̄hæ̀ndinh̄ịw thī̀ runræng
έντονος
το έντονο σεισμός