Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
รสเผ็ด
พริกที่รสเผ็ด
rs̄ p̄hĕd
phrik thī̀ rs̄ p̄hĕd
καυτερός
το καυτερό πιπερόνι
ที่เหมาะสม
น้ำหนักที่เหมาะสม
thī̀ h̄emāas̄m
n̂ảh̄nạk thī̀ h̄emāas̄m
ιδανικός
το ιδανικό σωματικό βάρος
เยอะ
ทุนที่เยอะ
yexa
thun thī̀ yexa
πολύ
πολύ κεφάλαιο
โกรธ
ตำรวจที่โกรธ
korṭh
tảrwc thī̀ korṭh
θυμωμένος
ο θυμωμένος αστυνομικός
ใหญ่
สาวที่ใหญ่แล้ว
H̄ıỵ̀
s̄āw thī̀ h̄ıỵ̀ læ̂w
ενήλικος
το ενήλικο κορίτσι
ส่วนตัว
เรือยอชท์ส่วนตัว
s̄̀wntạw
reụ̄x yx chth̒ s̄̀wntạw
ιδιωτικός
η ιδιωτική γιοτ
แบบเฉียดลม
รูปแบบที่เฉียดลม
bæb c̄heīyd lm
rūp bæb thī̀ c̄heīyd lm
αεροδυναμικός
η αεροδυναμική μορφή
สลด
เด็กที่สลด
s̄ld
dĕk thī̀ s̄ld
λυπημένος
το λυπημένο παιδί
มีแดด
ท้องฟ้าที่มีแดด
mī dæd
tĥxngf̂ā thī̀ mī dæd
ηλιόλουστος
ένας ηλιόλουστος ουρανός
ใช้ได้
ไข่ที่ใช้ได้
chı̂dị̂
k̄hị̀ thī̀ chı̂dị̂
χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμα αυγά
ขี้เกียจ
วิถีชีวิตที่ขี้เกียจ
k̄hī̂ keīyc
wit̄hī chīwit thī̀ k̄hī̂ keīyc
τεμπέλης
ένα τεμπέλικο βίος