Λεξιλόγιο
Μάθετε τα επιρρήματα – Ταϊλανδεζικά
ทั้งวัน
แม่ต้องทำงานทั้งวัน
thậng wạn
mæ̀ t̂xng thảngān thậng wạn
όλη μέρα
Η μητέρα πρέπει να δουλεύει όλη μέρα.
อีกครั้ง
พวกเขาเจอกันอีกครั้ง
xīk khrậng
phwk k̄heā cex kạn xīk khrậng
πάλι
Συναντήθηκαν πάλι.
บ่อยๆ
เราควรเจอกันบ่อยๆ!
b̀xy«
reā khwr cex kạn b̀xy«!
συχνά
Θα έπρεπε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον πιο συχνά!
แล้ว
บ้านถูกขายแล้ว
læ̂w
b̂ān t̄hūk k̄hāy læ̂w
ήδη
Το σπίτι έχει ήδη πουληθεί.
ลงไป
พวกเขากระโดดลงไปในน้ำ
lngpị
phwk k̄heā kradod lng pị nı n̂ả
μέσα
Πηδούν μέσα στο νερό.
นิดหน่อย
ฉันอยากได้เพิ่มนิดหน่อย
nidh̄ǹxy
c̄hạn xyāk dị̂ pheìm nidh̄ǹxy
λίγο
Θέλω λίγο περισσότερο.
แทบจะ
เวลาแทบจะเที่ยงคืน
thæb ca
welā thæb ca theī̀yng khụ̄n
σχεδόν
Είναι σχεδόν μεσάνυχτα.
ที่นั่น
เป้าหมายอยู่ที่นั่น
thī̀ nạ̀n
pêāh̄māy xyū̀ thī̀ nạ̀n
εκεί
Ο στόχος είναι εκεί.
คนเดียว
ฉันเพลิดเพลินกับค่ำคืนคนเดียว
khn deīyw
c̄hạn phelidphelin kạb kh̀ảkhụ̄n khn deīyw
μόνος
Απολαμβάνω το βράδυ μόνος μου.
ตัวอย่างเช่น
คุณชอบสีนี้เป็นตัวอย่างเช่นไหน?
tạwxỳāng chèn
khuṇ chxb s̄ī nī̂ pĕn tạwxỳāng chèn h̄ịn?
για παράδειγμα
Πώς σας φαίνεται αυτό το χρώμα, για παράδειγμα;
ออก
เด็กที่ป่วยไม่อนุญาตให้ออกไปข้างนอก
xxk
dĕk thī̀ p̀wy mị̀ xnuỵāt h̄ı̂ xxk pị k̄ĥāng nxk
έξω
Το άρρωστο παιδί δεν επιτρέπεται να βγει έξω.