Λεξιλόγιο
Ταϊλανδεζικά – Ρήματα Άσκηση
ενδυναμώνω
Η γυμναστική ενδυναμώνει τους μύες.
τρέχω πίσω
Η μητέρα τρέχει πίσω από τον γιο της.
τηλεφωνώ
Μπορεί να τηλεφωνήσει μόνο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος για το φαγητό της.
καίω
Δεν πρέπει να καίς χρήματα.
αρκώ
Ένα σαλάτα αρκεί για μένα για το μεσημεριανό.
αποσύρω
Πώς πρόκειται να αποσύρει αυτό το μεγάλο ψάρι;
περιμένω
Τα παιδιά περιμένουν πάντα το χιόνι με ανυπομονησία.
λαμβάνω
Λαμβάνει καλή σύνταξη στη γηρατειά.
βγαίνω έξω
Στα κορίτσια αρέσει να βγαίνουν έξω μαζί.
υπηρετώ
Τα σκυλιά αρέσει να υπηρετούν τους ιδιοκτήτες τους.
εξασκούμαι
Εξασκείται καθημερινά με το skateboard του.