Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
สีเขียว
ผักสีเขียว
s̄ī k̄heīyw
p̄hạk s̄ī k̄heīyw
πράσινος
τα πράσινα λαχανικά
ชั่วร้าย
คำขู่ที่ชั่วร้าย
chạ̀w r̂āy
khả k̄hū̀ thī̀ chạ̀w r̂āy
κακός
μια κακή απειλή
ไม่ถึงวัย
เด็กสาวที่ไม่ถึงวัย
mị̀ t̄hụng wạy
dĕk s̄āw thī̀ mị̀ t̄hụng wạy
ανήλικος
μια ανήλικη κοπέλα
อุดมสมบูรณ์
ดินที่อุดมสมบูรณ์
xudm s̄mbūrṇ̒
din thī̀ xudm s̄mbūrṇ̒
γονιμοποιός
ένα γονιμοποιό έδαφος
ใจดี
ข้อเสนอที่ใจดี
cıdī
k̄ĥx s̄enx thī̀ cıdī
φιλικός
μια φιλική προσφορά
มีอยู่
สนามเด็กเล่นที่มีอยู่
mī xyū̀
s̄nām dĕk lèn thī̀ mī xyū̀
υπάρχων
το υπάρχον παιδικό πάρκο
คาว
ซุปที่คาว
khāw
sup thī̀ khāw
νόστιμος
η νόστιμη σούπα
ลึก
หิมะที่ลึก
lụk
h̄ima thī̀ lụk
βαθύς
βαθύς χιόνι
มีจำหน่าย
ยาที่มีจำหน่าย
mī cảh̄ǹāy
yā thī̀ mī cảh̄ǹāy
διαθέσιμος
το διαθέσιμο φάρμακο
มีชีวิตชีวา
ฝาบ้านที่มีชีวิตชีวา
mī chīwitchīwā
f̄ā b̂ān thī̀ mī chīwitchīwā
ζωντανός
ζωντανές προσόψεις σπιτιών
ยุติธรรม
การแบ่งแยกที่ยุติธรรม
yutiṭhrrm
kār bæ̀ngyæk thī̀ yutiṭhrrm
δίκαιος
μια δίκαιη κατανομή