Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
ปิด
ตาที่ปิด
pid
tā thī̀ pid
κλειστός
κλειστά μάτια
มีหมอก
บังคับในเวลาที่มีหมอก
mī h̄mxk
bạngkhạb nı welā thī̀ mī h̄mxk
ομιχλώδης
η ομιχλώδης ανατολή
แย่
แผนที่แย่
yæ̀
p̄hænthī̀ yæ̀
ηλίθιος
ένα ηλίθιο σχέδιο
ใกล้
สิงโตเมียที่อยู่ใกล้
kıl̂
s̄ingto meīy thī̀ xyū̀ kıl̂
κοντά
η λέαινα που είναι κοντά
มืดมิด
ท้องฟ้าที่มืดมิด
mụ̄d mid
tĥxngf̂ā thī̀ mụ̄d mid
σκοτεινός
ένας σκοτεινός ουρανός
รวดเร็ว
รถที่รวดเร็ว
rwdrĕw
rt̄h thī̀ rwdrĕw
κομψός
ένα κομψό αυτοκίνητο
ซื่อซื่อตรง
คำตอบที่ซื่อซื่อตรง
sụ̄̀x sụ̄̀xtrng
khả txb thī̀ sụ̄̀x sụ̄̀xtrng
αφελής
η αφελής απάντηση
ฮีสเตอริค
การร้องที่ฮีสเตอริค
ḥīs̄ te xri kh
kār r̂xng thī̀ ḥīs̄ te xri kh
υστερικός
ένα υστερικό φωνακλάδα
แนวนอน
เส้นแนวนอน
næw nxn
s̄ên næw nxn
οριζόντιος
η οριζόντια γραμμή
มีค่า
เพชรที่มีค่า
mī kh̀ā
phechr thī̀ mī kh̀ā
ανεκτίμητος
ένας ανεκτίμητος διαμάντι
ช้างเจ้างอย
ชายที่ช้างเจ้างอย
cĥāng cêā ngxy
chāy thī̀ cĥāng cêā ngxy
χωλός
ένας χωλός άντρας