Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
รสเผ็ด
พริกที่รสเผ็ด
rs̄ p̄hĕd
phrik thī̀ rs̄ p̄hĕd
καυτερός
το καυτερό πιπερόνι
ไม่มีเมฆ
ท้องฟ้าที่ไม่มีเมฆ
mị̀mī meḳh
tĥxngf̂ā thī̀ mị̀mī meḳh
ασύννεφος
ένας ασύννεφος ουρανός
ภายนอก
หน่วยความจำภายนอก
p̣hāynxk
h̄ǹwy khwām cả p̣hāynxk
εξωτερικός
μια εξωτερική μνήμη
ง่วงนอน
ช่วงที่ง่วงนอน
ng̀wng nxn
ch̀wng thī̀ ng̀wng nxn
νυσταγμένος
νυσταγμένη φάση
แฟชิสต์
คำขวัญแฟชิสต์
fæ chi s̄t̒
khả k̄hwạỵ fæ chi s̄t̒
φασιστικός
η φασιστική σύνθημα
ระมัดระวัง
เด็กชายที่ระมัดระวัง
ramạdrawạng
dĕkchāy thī̀ ramạdrawạng
προσεκτικός
το προσεκτικό αγόρι
สีเขียว
ผักสีเขียว
s̄ī k̄heīyw
p̄hạk s̄ī k̄heīyw
πράσινος
τα πράσινα λαχανικά
ซน
เด็กที่ซน
sn
dĕk thī̀ sn
ατίθασος
το ατίθασο παιδί
ปกติ
ช่อดอกไม้สำหรับคนที่จะเป็นเจ้าสาว
pkti
ch̀x dxkmị̂ s̄ảh̄rạb khn thī̀ ca pĕn cêās̄āw
συνηθισμένος
ένα συνηθισμένο μπουκέτο νύφης
ผิดกฎหมาย
การปลูกกัญชาที่ผิดกฎหมาย
p̄hid kḍh̄māy
kār plūk kạỵchā thī̀ p̄hid kḍh̄māy
παράνομος
η παράνομη καλλιέργεια κάνναβης
เปิด
กล่องที่ถูกเปิด
peid
kl̀xng thī̀ t̄hūk peid
ανοιχτός
το ανοιχτό κιβώτιο