Λεξιλόγιο
Λετονικά – Ρήματα Άσκηση
καίω
Κάηκε ένα σπίρτο.
πλησιάζω
Οι σαλιγκάρια πλησιάζουν ο ένας στον άλλο.
εξαρτώμαι
Είναι τυφλός και εξαρτάται από εξωτερική βοήθεια.
λαμβάνω χώρα
Η κηδεία έλαβε χώρα προχθές.
σερβίρω
Ο σερβιτόρος σερβίρει το φαγητό.
κρατώ
Κράτα πάντα την ψυχραιμία σου σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
σπαταλώ
Δεν πρέπει να σπαταλιέται η ενέργεια.
κολυμπώ
Κολυμπάει τακτικά.
διδάσκω
Διδάσκει γεωγραφία.
λύνω
Ο ντετέκτιβ λύνει την υπόθεση.
τολμώ
Τόλμησαν να πηδήξουν από το αεροπλάνο.