Λεξιλόγιο
Γερμανικά – Ρήματα Άσκηση
ψηφίζω
Ψηφίζει κανείς υπέρ ή κατά ενός υποψηφίου.
συνοδεύω
Η φίλη μου μ‘ αρέσει να με συνοδεύει όταν ψωνίζω.
πηγαίνω
Πού πηγαίνετε και οι δύο;
ακολουθεί
Ο σκύλος μου με ακολουθεί όταν τρέχω.
λύνω
Ο ντετέκτιβ λύνει την υπόθεση.
τρέχω μακριά
Κάποια παιδιά τρέχουν μακριά από το σπίτι.
πηδώ γύρω
Το παιδί πηδάει χαρούμενα γύρω.
κλείνω
Πρέπει να κλείσεις σφιχτά τη βρύση!
μαντεύω
Πρέπει να μαντέψεις ποιος είμαι!
έχω στη διάθεση
Τα παιδιά έχουν μόνο το χαρτζιλίκι στη διάθεσή τους.
αφήνω
Κανείς δεν θέλει να τον αφήσει να προχωρήσει μπροστά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.