Λεξιλόγιο

Λευκορωσικά – Ρήματα Άσκηση

cms/verbs-webp/112407953.webp
ακούω
Ακούει και ακούει έναν ήχο.
cms/verbs-webp/112970425.webp
εκνευρίζομαι
Εκνευρίζεται γιατί πάντα ροχαλίζει.
cms/verbs-webp/132125626.webp
πείθω
Συχνά πρέπει να πείθει την κόρη της να τρώει.
cms/verbs-webp/79322446.webp
συστήνω
Συστήνει τη νέα του κοπέλα στους γονείς του.
cms/verbs-webp/113979110.webp
συνοδεύω
Η φίλη μου μ‘ αρέσει να με συνοδεύει όταν ψωνίζω.
cms/verbs-webp/80325151.webp
ολοκληρώνω
Έχουν ολοκληρώσει το δύσκολο έργο.
cms/verbs-webp/67095816.webp
μετακομίζω
Οι δυο τους σχεδιάζουν να μετακομίσουν μαζί σύντομα.
cms/verbs-webp/23258706.webp
σηκώνω
Το ελικόπτερο σηκώνει τους δύο άνδρες.
cms/verbs-webp/101938684.webp
εκτελώ
Εκτελεί την επισκευή.
cms/verbs-webp/124525016.webp
βρίσκομαι
Ο χρόνος της νιότης της βρίσκεται πολύ πίσω.
cms/verbs-webp/119417660.webp
πιστεύω
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό.
cms/verbs-webp/80552159.webp
δουλεύω
Το μοτοσικλέτα είναι χαλασμένη· δεν δουλεύει πλέον.