Λεξιλόγιο
Λιθουανικά – Ρήματα Άσκηση
ξυπνώ
Το ξυπνητήρι τη ξυπνά στις 10 π.μ.
ώθω
Η νοσοκόμα ώθει τον ασθενή σε αναπηρικό αμαξίδιο.
παρκάρω
Τα ποδήλατα είναι παρκαρισμένα μπροστά από το σπίτι.
απολύω
Ο αφεντικός μου με απέλυσε.
αφήνω μέσα
Έχωνε χιόνι έξω και τους αφήσαμε μέσα.
τραγουδώ
Τα παιδιά τραγουδούν ένα τραγούδι.
σώζω
Τα παιδιά μου έχουν σώσει τα δικά τους χρήματα.
πηγαίνω με τρένο
Θα πάω εκεί με το τρένο.
ανακατεύω
Ο ζωγράφος ανακατεύει τα χρώματα.
ακυρώνω
Η πτήση ακυρώθηκε.
εμπορεύομαι
Οι άνθρωποι εμπορεύονται μεταχειρισμένα έπιπλα.