Λεξιλόγιο
Γεωργιανά – Ρήματα Άσκηση
κρέμομαι
Η αιώρα κρέμεται από την οροφή.
καίγομαι
Η φωτιά θα καεί πολύ στο δάσος.
μισώ
Τα δύο αγόρια μισούν τον έναν τον άλλο.
καλύπτω
Το παιδί καλύπτει τα αυτιά του.
εκμισθώνω
Εκμισθώνει το σπίτι του.
προσλαμβάνω
Η εταιρεία θέλει να προσλάβει περισσότερους ανθρώπους.
αφήνω στάσιμο
Σήμερα πολλοί πρέπει να αφήσουν τα αυτοκίνητά τους στάσιμα.
φεύγω
Παρακαλώ, μη φεύγετε τώρα!
υπερβαίνω
Οι αθλητές υπερβαίνουν τον καταρράκτη.
διώχνω
Ένας κύκνος διώχνει έναν άλλο.
γίνομαι φίλοι
Οι δύο έχουν γίνει φίλοι.