Λεξιλόγιο
Κροατικά – Ρήματα Άσκηση
συνοδεύω
Η φίλη μου μ‘ αρέσει να με συνοδεύει όταν ψωνίζω.
προοδεύω
Οι σαλιγκάρια προοδεύουν πολύ αργά.
προσέχω
Πρέπει να προσέχεις τις πινακίδες των δρόμων.
παίρνω το λόγο
Όποιος ξέρει κάτι μπορεί να πάρει το λόγο στην τάξη.
εκτελώ
Εκτελεί την επισκευή.
εξασκούμαι
Η γυναίκα εξασκείται στη γιόγκα.
επιστρέφω
Η δασκάλα επιστρέφει τις εκθέσεις στους μαθητές.
ορίζω
Η ημερομηνία ορίζεται.
επιλέγω
Είναι δύσκολο να επιλέξεις το σωστό.
ώθω
Το αυτοκίνητο σταμάτησε και έπρεπε να ώθηθει.
δουλεύω
Το μοτοσικλέτα είναι χαλασμένη· δεν δουλεύει πλέον.