Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ουκρανικά
неможливий
неможливий доступ
nemozhlyvyy
nemozhlyvyy dostup
αρσενικός
ένα αρσενικό σώμα
правильний
правильна думка
pravylʹnyy
pravylʹna dumka
σωστός
ένας σωστός στοχασμός
легкий
легке перо
lehkyy
lehke pero
ελαφρύς
το ελαφρύ φτερό
мокрий
мокрий одяг
mokryy
mokryy odyah
βρεγμένος
τα βρεγμένα ρούχα
справжній
справжній триумф
spravzhniy
spravzhniy tryumf
πραγματικός
ένας πραγματικός τριουμφος
могутній
могутній лев
mohutniy
mohutniy lev
ισχυρός
ένας ισχυρός λιοντάρι
пізний
пізня робота
piznyy
piznya robota
αργά
η αργή δουλειά
злий
зла погроза
zlyy
zla pohroza
κακός
μια κακή απειλή
сексуальний
сексуальне бажання
seksualʹnyy
seksualʹne bazhannya
σεξουαλικός
σεξουαλική λαχτάρα
розлучений
розлучена пара
rozluchenyy
rozluchena para
διαζευγμένος
το διαζευγμένο ζευγάρι
серйозний
серйозна помилка
seryoznyy
seryozna pomylka
σοβαρός
ένα σοβαρό λάθος