Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Πορτογαλικά (PT)
tolo
um casal tolo
ανόητος
ένα ανόητο ζευγάρι
atento
o pastor alemão atento
ενής
ο ενής ποιμενικός σκύλος
ilegal
o cultivo ilegal de maconha
παράνομος
η παράνομη καλλιέργεια κάνναβης
farto
uma refeição farta
γενναιόδωρος
ένα γενναιόδωρο γεύμα
em forma
uma mulher em forma
εν τάξει
μια γυναίκα εν τάξει
último
a última vontade
τελευταίος
το τελευταίο θέλημα
amigável
o admirador amigável
ευγενικός
ο ευγενικός θαυμαστής
temeroso
um homem temeroso
φοβισμένος
ένας φοβισμένος άνδρας
cansado
uma mulher cansada
κουρασμένος
μια κουρασμένη γυναίκα
pobre
um homem pobre
φτωχός
ένας φτωχός άντρας
inútil
o espelho do carro inútil
άχρηστος
το άχρηστο καθρέφτη αυτοκινήτου