Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Πορτογαλικά (PT)
esloveno
a capital eslovena
σλοβενικός
η σλοβενική πρωτεύουσα
quebrado
o vidro do carro quebrado
χαλασμένος
το χαλασμένο παράθυρο αυτοκινήτου
alcoólatra
o homem alcoólatra
αλκοολικός
ο αλκοολικός άνδρας
ilimitado
o armazenamento ilimitado
αόριστος
η αόριστη αποθήκευση
especial
uma maçã especial
ιδιαίτερος
ένα ιδιαίτερο μήλο
preto
um vestido preto
μαύρος
ένα μαύρο φόρεμα
azedo
limões azedos
ξινός
τα ξινά λεμόνια
amigável
o admirador amigável
ευγενικός
ο ευγενικός θαυμαστής
vazio
a tela vazia
άδειος
η άδεια οθόνη
temporário
o tempo de estacionamento temporário
προσωρινός
ο προσωρινός χρόνος στάθμευσης
espinhoso
os cactos espinhosos
αγκαθωτός
τοι αγκαθωτοί κάκτοι