Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Αρμενικα
արանական
արանական մարմին
aranakan
aranakan marmin
αρσενικός
ένα αρσενικό σώμα
լի
լի զամբյուղ
li
li zambyugh
γεμάτος
ένα γεμάτο καλάθι αγορών
մասնավոր
մասնավոր յախտ
masnavor
masnavor yakht
ιδιωτικός
η ιδιωτική γιοτ
չար
չար համակարգչական
ch’ar
ch’ar hamakargch’akan
κακός
ο κακός συνάδελφος
անհասալ
անհասալ տղամարդ
anhasal
anhasal tghamard
άνευ δυνάμεων
ο άνδρας χωρίς δυνάμεις
հետաքրքիր
հետաքրքիր պատմություն
hetak’rk’ir
hetak’rk’ir patmut’yun
συναρπαστικός
η συναρπαστική ιστορία
ամթարայլ
ամթարայլ կատուն
amt’arayl
amt’arayl katun
διψασμένος
η διψασμένη γάτα
երրորդ
երրորդ աչքը
yerrord
yerrord ach’k’y
τρίτος
το τρίτο μάτι
մեծ
մեծ ազատության արածաթագիրը
mets
mets azatut’yan aratsat’agiry
μεγάλος
το μεγάλο άγαλμα της Ελευθερίας
անհասկանալի
անհասկանալի երեխայը
anhaskanali
anhaskanali yerekhayy
ατίθασος
το ατίθασο παιδί
դժվար
դժվար լեռաբարկում
dzhvar
dzhvar lerrabarkum
δύσκολος
η δύσκολη αναρρίχηση στο βουνό