Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Λευκορωσικά
незамужні
незамужні чалавек
niezamužni
niezamužni čalaviek
εργένης
ένας εργένης άνδρας
адпачальны
адпачальны адпачынак
adpačaĺny
adpačaĺny adpačynak
ξεκούραστος
ένας ξεκούραστος διακοπές
адзінаразовы
адзінаразовы акведук
adzinarazovy
adzinarazovy akvieduk
μοναδικός
ο μοναδικός υδραγωγός
бязбарвісты
бязбарвістая ванная пакой
biazbarvisty
biazbarvistaja vannaja pakoj
χωρίς χρώμα
το αχρωμάτιστο μπάνιο
зялёны
зялёныя авар‘яды
zialiony
zialionyja avar‘jady
πράσινος
τα πράσινα λαχανικά
шчыры
шчыры прысяга
ščyry
ščyry prysiaha
ειλικρινής
ο ειλικρινής όρκος
малады
малады баксёр
malady
malady baksior
νέος
ο νέος μποξέρ
разведзены
разведзенае вяліканне
razviedzieny
razviedzienaje vialikannie
διαζευγμένος
το διαζευγμένο ζευγάρι
алкагалізаваны
алкагалізаваны чалавек
alkahalizavany
alkahalizavany čalaviek
αλκοολικός
ο αλκοολικός άνδρας
бліскавы
бліскавая падарожжа
bliskavy
bliskavaja padarožža
χρυσός
η χρυσή παγόδα
фіялетавы
фіялетавы кветка
fijalietavy
fijalietavy kvietka
βιολετί
το βιολετί λουλούδι