Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ουζμπεκικά
tor
tor divan
στενός
ένας στενός καναπές
absurd
absurd koʻzoynak
ανόητος
τα ανόητα γυαλιά
onlayn
onlayn ulanish
διαδικτυακός
η διαδικτυακή σύνδεση
boy
boy ayol
πλούσιος
μια πλούσια γυναίκα
g‘arib
g‘arib ovqatlanish adati
περίεργος
μια περίεργη συνήθεια φαγητού
ko‘p
ko‘p kapital
πολύ
πολύ κεφάλαιο
aralashuvchi
uch aralashuvchi bola
συγχέσιμος
τρία συγχέσιμα μωρά
qizil
qizil yomg‘ir chavoshi
κόκκινος
ένα κόκκινο ομπρέλα
sukutli
sukutli qizlar
σιωπηλός
τα σιωπηλά κορίτσια
gomoseksual
ikki gomoseksual erkak
ομοφυλόφιλος
δύο ομοφυλόφιλοι άνδρες
ajoyib
ajoyib sho‘rva
υπέροχος
ένα υπέροχος καταρράκτης